Οι Πετρολέζες ήταν γυναίκες αγωνίστριες στην Παρισινή Κομμούνα. Κατηγορήθηκαν για τον εμπρησμό μεγάλου μέρους του Παρισιού τις τελευταίες μέρες της Κομμούνας του Μάη του 1871. Η Πετρολέζα σκιαγραφήθηκε σαν μια επικίνδυνη, ανεξέλεγκτη, υστερική γυναίκα που έχει αποκλίνει από τα καθήκοντα και τη φύση της όπως το να φροντίζει τον άντρα και τα παιδιά της. Αντί για αυτό, καίει δημόσια κτήρια και προκαλεί φόβο τόσο στην αστική τάξη όσο και στους άντρες προλετάριους. Αν και αμφισβητείται η ύπαρξη των Πετρολέζων ως ιστορικά πρόσωπα, εμείς επιλέξαμε να αναδείξουμε την ιστορία τους μιας και σήμερα, όπως και τότε, οι γυναίκες που αγωνίζονται εν τέλει στιγματίζονται ως επικίνδυνες, υστερικές, μπαχαλοσατανίστριες κλπ και οι πράξεις τους απονοηματοδοτούνται.
«Η απαίσια καμπάνια ενάντια στον πολιτισμό ξεκίνησε στις 18 Μαρτίου, από άτομα που δεν πιστεύουν ούτε σε θεό ούτε σε πατρίδα…και αλίμονο, είναι στην πλειοψηφία τους ανάξια πλάσματα που μοιάζει σα να έχουν αναλάβει το έργο να αποτελέσουν μια ύβρι στο φύλο τους, και… εκείνη γίνεται ένα ηθικό τερατούργημα. Τότε η γυναίκα είναι πιο επικίνδυνη κι από τον πιο επικίνδυνο άνδρα.»
Captain Jouenne,
εισαγγελέας σε δίκες κομμουνάρων/κομμουναριών
Μαζευτήκαμε πρώτη φορά τον Ιούνιο του ’20 με σκοπό να αντιμετωπίσουμε το δράστη ενός σεξιστικού περιστατικού. Κάποιες γνωριζόμασταν ήδη, κάποια γνωριστήκαμε εκεί για πρώτη φορά. Μέσα από συζήτηση, συνειδητοποιήσαμε την ανάγκη να μοιραστούμε πολλά παραπάνω καθώς όλα βιώναμε την πατριαρχική καταπίεση σε κάποια από τις εκφάνσεις της. Στο δρόμο, στη δουλειά, στη σχολή, στο σπίτι, στους χώρους που κοινωνικοποιούμαστε, αναγκαζόμαστε να συνυπάρχουμε με μάτσο ελληναράδες, άνδρες παλιάς κοπής αλλά και με τα λεγόμενα “καλά παιδιά” για τους οποίους η συναίνεση είναι άγνωστη και θεωρούν πως έχουν το δικαίωμα να παραβιάζουν τα σώματά μας.
Η κουλτούρα του βιασμού δεν είναι μια στιγμή, είναι το καθημερινό μας βίωμα. Είναι η κουλτούρα που κανονικοποιεί και νομιμοποιεί κάθε σεξιστικό περιστατικό, καθώς πηγάζει από την πεποίθηση ότι το σώμα μας τους ανήκει. Εκφράζεται σε κάθε πλευρά της κοινωνικής ζωή μας, από τα ”ψιτ” στο δρόμο και το ότι πρέπει να προσέχουμε τι θα φοράμε, μέχρι το χέρι του αφεντικού, του πατέρα, του αδερφού και του συντρόφου που απλώνεται. Είναι αυτή που αναγάγει κάθε παραβίαση των σωμάτων μας σε δικό μας φταίξιμο και κάνει την κάθε θηλυκότητα να σωπαίνει από φόβο ή ντροπή. Είναι αυτή που δημιουργεί τη συνθήκη του να μη σε πιστεύει κανείς. Είναι σεξουαλικοποιημένη βία, βία ψυχολογική, βία λεκτική, βία σωματική που στρεβλώνει ακόμη και τη δική μας αντίληψη για το βίωμά μας. Δικαιολογεί τον βιασμό και ξεπλένει τον κάθε βιαστή ρίχνοντας την ευθύνη ισόποσα στον κακοποιητή και την θηλυκότητα που έχει υποστεί βία.
Παράλληλα, καλούμαστε να εκπληρώσουμε τους ετεροκανονικούς κοινωνικούς ρόλους που μας επιβάλλει η πατριαρχία μέσω κοινωνικών μηχανισμών. Μέσα από την ελληνική αγία οικογένεια μάθαμε ότι υπάρχουν μόνο δύο φύλα, που το καθένα επιτελεί το ρόλο του. Έπειτα στο σχολείο αναγκαστήκαμε να αυτοπεριοριστούμε στους ρόλους αυτούς καθώς εκεί νιώσαμε για πρώτη φορά ότι αν δεν επιτελέσεις το ρόλο σου δεν είσαι αποδεκτό. Εμείς αναγνωρίζουμε τον διπολισμό του φύλου ως μια εγκλωβιστική κοινωνική κατασκευή και επειδή ταυτόχρονα γνωρίζουμε ότι είμαστε μακριά από την κατάργηση των φύλων, γουστάρουμε να βλέπουμε άντρες να κλαίνε, τριχωτές γυναίκες, αγόρια με δωδεκάποντα και βαμμένα νύχια, κορίτσια που μιλάνε σαν νταλικέρηδες, περήφανες χοντρές και κοκκαλιάρες γυναίκες.
Σε αυτό το πλαίσιο, ως θυληκότητες, εμείς επιλέγουμε τη συλλογική ανάληψη δράσης με τα δικά μας μέσα και τη δική μας φωνή, μοιραζόμαστε και συζητάμε τα βιώματά μας και στεκόμαστε η μία δίπλα στο άλλο. Αναγνωρίζουμε τη πατριαρχική βία σε αντίθεση με το κράτος, τα μίντια και τις Μ.Κ.Ο. που μας μιλούν για ”ενδοοικογενειακή βία” και όχι έμφυλη βία, για ”bullying” και όχι ομοφοβικές επιθέσεις, για ”εγκλήματα πάθους” και όχι γυναικοκτονίες. Προσπαθούμε να χτίσουμε τα αντανακλαστικά μας, ώστε να μπορέσουμε να απαντάμε συλλογικά και ατομικά, άμεσα και μαχητικά σε σεξιστικά περιστατικά. Δημιουργούμε και διεκδικούμε ασφαλείς χώρους μακριά από λογικές ανάκρισης και στοχοποίησης. Εμπιστευόμαστε την αφήγηση κάθε θηλυκότητας και επιλέγουμε να τη στηρίζουμε με όποιο τρόπο θέλει να διαχειριστεί το βίωμά της.
